Ως αποτέλεσμα έρευνας που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της κλασικής επιστήμης και διαρκούσε σχεδόν 60 χρόνια, ο κορυφαίος στοχαστής και ο εισηγητής της σχολής της αναλυτικής ψυχολογίας Καρλ Γκούσταβ Γιούνγκ, συνέθεσε την αρχαία σοφία και τις πρακτικές της Ανατολής, την παγκόσμια ανθρωπολογία και τις βαθιές ανακαλύψεις στο χώρο της ψυχολογίας του περασμένου αιώνα σε ένα ενιαίο, εννοιολογικό σύστημα. Ο επιστήμονας όχι μόνο περιέγραψε την ψυχοσύνθεση του ατόμου, αλλά έχτισε τη γέφυρα μεταξύ των μυστικιστικών εμπειριών του παρελθόντος και της ορθολογικής συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου.
Ο Γιουνγκ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ζωή δεν είναι μια τυχαία και χωρίς νόημα περιπλάνηση στο κενό, αλλά ένα ιερό Μονοπάτι προς την Ολότητα. Πέρα από τον ορατό, κατακερματισμένο κόσμο, πάλλεται το Unus Mundus – ενιαία πραγματικότητα όπου η ψυχή και η ύλη αναπνέουν στον ίδιο ρυθμό. Ο άνθρωπος καλείται να γίνει ο συνδετικός κρίκος που ενώνει τον πνευματικό και τον υλικό κόσμο. Ο επιστήμονας θεωρούσε την Εξατομίκευση (Individuation) – το να γίνεις ολοκληρωμένο, μοναδικό άτομο φέρνοντας φως στο σκοτάδι, συνείδηση στο ασυνείδητο, ως στόχο της ύπαρξης. Πίστευε ότι η υπερνίκηση των εσωτερικών αντιφάσεων, η αναγνώριση και η αποδοχή των απωθημένων πτυχών της προσωπικότητας, οδηγεί τελικά στην αυτοπραγμάτωση, σε μια κατάσταση υπερπροσωπικής ολότητας και στην αποκάλυψη του εσωτερικού δυναμικού του Εαυτού.
Σε έναν συνεχή διάλογο με τον Εαυτό, το αληθινό «Εγώ» που είναι η καθαρή υπόσταση, η αδιαίρετη ουσία, στην ακτινοβολία της οποίας οι προβολές στους άλλους ξεθωριάζουν σαν σκιές την αυγή, γεννιέται η αληθινή ωριμότητα. Αυτή είναι η στιγμή της ύπαρξης όπου ένα άτομο αναδύεται στο φως από τη «σπηλιά» του Πλάτωνα και αρχίζει να αντιλαμβάνεται όλες τις εκδηλώσεις της ζωής ως ένα «νοήμονος όλου». Η μάνταλα, πίστευε ο Γιούνγκ, εκφράζει την αρχετυπική ουσία του Εαυτού – τη θεϊκή αρχή μέσα στον άνθρωπο που υπερβαίνει τις περιορισμένες δυνατότητες της λογικής του. Στις μορφές του Βούδα και του Χριστού, ο μελετητής έβλεπε την τέλεια γήινη ενσάρκωση της ιδέας του για τον Εαυτό.

Ο Γιούνγκ θεωρούσε την ανθρώπινη ψυχή ως μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου μέρους της με συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών και ενέργειας μεταξύ αυτών των δυο δομών. Σε αυτό, η κατανόησή του για τη δομή της προσωπικότητας διέφερε από τη θεωρία και τη μέθοδο ψυχανάλυσης του Φρόιντ, η οποία εξηγούσε την ανάπτυξη με όρους στατικών, καθοριστικών αιτιών – τραύμα, καταπιεσμένες εμπειρίες και εμπειρίες της πρώιμης παιδικής ηλικίας. Ο Γιούνγκ έβλεπε την ανάπτυξη ατόμου ως ένα ατελείωτο ταξίδι που εκτείνεται σε όλη ζωή. Για αυτόν, το ασυνείδητο δεν ήταν ένα αποθετήριο απορριφθέντων ενστίκτων, καταπιεσμένων αναμνήσεων και υποσυνείδητων αναστολών. Θεωρούσε το ασυνείδητο έναν ζωντανό, δημιουργικό πόρο, μια ορθολογική αρχή που συνδέει το άτομο με την εμπειρία ολόκληρης της ανθρωπότητας, με τη φύση και τον κόσμο. Μέσω του δυναμικού που είναι εγγενές στο ασυνείδητο, ένα άτομο μπορεί να ενεργεί σε αρμονία με την ολότητά του, υπερβαίνοντας τα στενά όρια του εγώ και τα στερεότυπα σκέψης που επιβάλλονται από την κοινωνία. Για τον Γιούνγκ, η ανάπτυξη συμβαίνει μέσω της διαδικασίας της εξατομίκευσης και κατευθύνεται προς τη σύνδεση με τον αληθινό, υπερπροσωπικό εαυτό κάποιου. Ο Γιούνγκ ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «υπερπροσωπικό ασυνείδητο» στα έργα του και μπορεί δικαίως να θεωρηθεί πρωτοπόρος της υπερπροσωπικής ψυχολογίας (transpersonal psychology).
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο επιστήμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εκτός από το ατομικό ασυνείδητο, υπάρχει συλλογικό, φυλετικό ασυνείδητο, μια εκδήλωση της δημιουργικής κοσμικής δύναμης κοινής σε όλη την ανθρωπότητα. Ο Γιούνγκ ανακάλυψε την ύπαρξη «συμπλεγμάτων» ή λειτουργικών μονάδων του ψυχισμού που εκδηλώνονται σε ατομικό επίπεδο. Το σύμπλεγμα είναι μια συλλογή ιδεών, απόψεων, πεποιθήσεων, συμπεριφορικών προτύπων και συναισθημάτων, ενωμένων γύρω από έναν ενιαίο θεματικό πυρήνα. Ονόμασε τα συμπλέγματα στο επίπεδο του συλλογικού ασυνείδητου «αρχέτυπα».
Περιγράφοντας την ψυχική ανάπτυξη όχι ως γραμμική κίνηση από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα, αλλά ως μια σπειροειδή, δυναμική διαδικασία, όπου ο κάθε νέος κύκλος περιλαμβάνει τον προηγούμενο, ο ψυχαναλυτής έδινε την ιδιαίτερη έμφαση στη Διαφοροποίηση – τη διαδικασία κατά την οποία ο συνειδητός εαυτός αρχίζει να διακρίνει την διαφορά μεταξύ πτυχών του ψυχισμού του που προηγουμένως ήταν συγχωνευμένες σε ένα ενιαίο, κατά τα λόγια του Γιούνγκ, «αρχαϊκό και παιδικό» σύνολο. Η αναγνώριση αρχετυπικών μορφών, όπως η Σκιά, η Περσόνα, η Άνιμα και ο Άνιμους και η Προσωπικότητα Μάνα είναι κατά τη γνώμη του εξαιρετικής σημασίας. Η Ενσωμάτωση ή το επόμενο βήμα της αποδοχής και της ένταξης διαφόρων αρχετυπικών πτυχών του εαυτού στη δομή της προσωπικότητας επιτρέπει τη δημιουργία μιας σχέσης μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου, μεταξύ του Εγώ και του αληθινού Εαυτού.
Τα στάδια εξατομίκευσης.
Η Εξατομίκευση είναι αυθόρμητη και φυσική διαδικασία που ενυπάρχει σε κάθε άτομο, λόγω της συνεχής τάσης του ψυχισμού για αυτορύθμιση και την υλοποίηση των δυνατοτήτων του. Ωστόσο, για διάφορους λόγους (φόβο της αλλαγής, ταύτισης με ένα συγκεκριμένο ρόλο, τραυματικής εμπειρίας), το Εγώ μπορεί να σταματήσει σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης. Εάν η Καθήλωση είναι υπερβολικά ισχυρή, η διαδικασία της Εξατομίκευσης διακόπτεται και η πρόοδος του ατόμου προς τον Εαυτό επιβραδύνεται.
Κάθε στάδιο της Εξατομίκευσης πολλές φορές συνοδεύεται από εσωτερικές συγκρούσεις που σχετίζονται με την απόρριψη της παλιάς ταυτότητας. Επομένως, το άτομο μπορεί να προτιμά μια προηγουμένως επιτευγμένη ζώνη άνεσης από μια σύνθετη, μεταμορφωτική εμπειρία. Η αναγνώριση των Καθηλώσεων συχνά απαιτεί θέληση και θάρρος, εσωτερική ειλικρίνεια και εστιασμένη, ενδοσκοπική παρατήρηση. Μέσω έντονων συναισθηματικών καταστάσεων, ονείρων, συμβόλων και συγχρονικότητας, το ασυνείδητο στέλνει σήματα στο Εγώ σχετικά με την ανάγκη να αλλάξει τη στάση του απέναντι στον κόσμο.
Ο Γιούνγκ δεν πρότεινε αυστηρά καθορισμένα ηλικιακά όρια, αλλά τόνισε την ποιοτική διαφορά στα καθήκοντα του πρώτου και του δεύτερου μισού της ζωής, τα οποία καθορίζουν την πορεία της ψυχολογικής ανάπτυξης. Τα καθήκοντα του πρώτου μισού της ζωής είναι ο σχηματισμός του Εγώ και της Περσόνας, η ανάπτυξη επαγγελματικών, οικογενειακών και κοινωνικών ταυτοτήτων. Ο άνθρωπος χτίζει την καριέρα του, δημιουργεί οικογένεια, βρίσκει τη θέση του στην κοινωνία, αναπτύσσει την εξωτερική πλευρά της προσωπικότητάς του. Στο δεύτερο μισό της ζωής, μετά την κρίση της μέσης ηλικίας, συμβαίνει «στροφή προς τα μέσα» και η Ενσωμάτωση (integration), διαδικασία κατά την οποία διαφορετικές, αποσπασμένες και συχνά αντικρουόμενες πτυχές του ψυχισμού ενώνονται σε ένα ενιαίο και αρμονικό σύνολο. Η διαδικασία της εσωτερικής αυτογνωσίας, η ενσωμάτωση της Περσόνας, του Άνιμους και της Άνιμας, της Σκιάς «που ένα άτομο δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του, αλλά παρόλα αυτά είναι πάντα παρόν και επηρεάζει τη συμπεριφορά του», η αναζήτηση νοήματος και ολότητας γίνονται τα πρωταρχικά καθήκοντα.

Το Θεϊκό Παιδί και η Πηγή της Ζωής.
Η πορεία προς την Ολότητα ξεκινά από την αρχή, από το αρχέτυπο του «Θείου Βρέφους». Στην προγεννητική περίοδο ανάπτυξης, όταν το παιδί βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους ταυτοποίησης με τη μητέρα και τον κόσμο, ζει σε έναν «παράδεισο» όπου δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ «Εγώ» και «Μη-Εγώ». Ο Καρλ Γιούνγκ περιγράφει αυτό το στάδιο ως κατάσταση της Πρωταρχικής Ενότητας (Uroboros) όπου ο ψυχισμός δεν γνωρίζει συγκρούσεις γιατί δεν υπάρχει ακόμη συνείδηση. Είναι μια κατάσταση απόλυτης ψυχικής ομοιόστασης, όπου το βρέφος είναι το «Όλον». Εδώ, τίθενται τα θεμέλια του Εαυτού, της πρωταρχικής μη-διττής κατάστασης. Το «Θείο Βρέφος» αντιπροσωπεύει τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες, έναν εσωτερικό «μαγνήτη» που μας τραβάει πίσω σε εκείνη την αρχική κατάσταση πληρότητας, μετατρέποντας την απλή επιβίωση σε ένα ταξίδι αυτοπραγμάτωσης.
Από τη γέννηση έως την ηλικία των 3 ετών, συμβαίνει μια σταδιακή μετάβαση από το ασυνείδητο «ωκεανό» στις πρώτες λάμψεις συνείδησης. Το «Θείο Βρέφος» περνάει από ένα στάδιο βιολογικού διαχωρισμού και σταδιακά αρχίζει να διαχωρίζεται από τη μητέρα. Ο ψυχαναλυτής συνέκρινε αυτή την περίοδο με την «ανατολή του ηλίου πάνω από τη θάλασσα του ασυνείδητου». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ξεκινούν όλα τα σενάρια για την περαιτέρω ανάπτυξη των συναισθηματικών εκδηλώσεων της προσωπικότητας. Μεταξύ 3 και 6 ετών, το παιδί ζει σε έναν κόσμο συμβόλων και φαντασιώσεων, πιστεύοντας στη μοναδικότητά του και σε μια μαγική σύνδεση με την πραγματικότητα. Σε αυτό το στάδιο ωρίμανσης (από την παιδική ηλικία έως την εφηβεία), το μη-δυϊκό αρχέτυπο του «Θεϊκού Βρέφους» αρχίζει να διαφοροποιείται και αναδύονται οι αρσενικές και θηλυκές ιδιότητες.
Η ανάπτυξη του αρσενικού αρχέτυπου συνδέεται με τον αποχωρισμό από το μητρικό ασυνείδητο και τον σχηματισμό ενός ενεργού Εγώ. Αυτός είναι ο «Μικρός Ήρωας», ο «Μικρός Πρίγκιπας» που συμβολίζει τα παιδικά όνειρα, τις φιλοδοξίες του για τα ύψη και την ανεξαρτησία. Το καθήκον του είναι να νικήσει τον «δράκο», την εξάρτησή του από τη μητέρα και να εδραιώσει και να αναγνωρίσει το δυναμικό του. Το παιδί αρχίζει να διεκδικεί τα δικαιώματα και να ασκεί τη θέληση, δοκιμάζοντας τα όρια, αλλά παραμένει ακόμα εξαρτημένος από το μητρικό «κουκούλι». Όλες οι μάχες του είναι συμβολικές και παιχνιδιάρικες, και η Άνιμα δεν έχει ακόμη διαφοροποιηθεί από τη μητέρα. Η ανάγκη του είναι να βλέπουν και να αποδέχονται τις δικές του δυνατότητες.
Η ανάπτυξη του θηλυκού αρχέτυπου συμβαίνει μέσω της διατήρησης μιας σύνδεσης με οικογένεια, αλλά σε μια νέα μορφή επίγνωσης. Είναι το «Κορίτσι του Μπαμπά», η «Μικρή Νεράιδα» που συχνά ταυτίζεται με τον πατέρα και ανταγωνίζεται με τη μαμά για την προσοχή του. Από δω ξεκινάει η ανάπτυξη του Άνιμους. στον ψυχισμό της. Ο στόχος της είναι να γίνει ικανή για δημιουργία της σχέσης και συνύπαρξη. Ο φόβος της είναι η εγκατάλειψη και η καθήλωση στον ρόλο της κόρης. Πάνω απ ‘όλα σε αυτή την ηλικία το κορίτσι χρειάζεται να γίνονται προσεκτικά αποδεκτές οι συναισθηματικές της καταστάσεις, να «νανουρίζονται», χωρίς κρίση ή κριτική.
Ο Μικρός Πρίγκιπας και η Μικρή Νεράιδα συμβολίζουν τη διατήρηση μιας μαγικής διάστασης μέσα σε έναν ενήλικα, την ανάγκη για άνευ όρων αποδοχή και αγάπη. Η σκοτεινή πλευρά αυτών των αρχετύπων εκδηλώνεται όταν η παιδική ενέργεια δεν ενσωματώνεται αλλά γίνεται καταφύγιο από την πραγματικότητα. Το σύμβολο πηγής της ζωής και ανανέωσης, εκτρέπεται σε απόλυτο εγωκεντρισμό. Η τάση εκδηλώνεται με την προσδοκία ότι ολόκληρος ο κόσμος θα περιστρέφεται γύρω από το άτομο, χωρίς την παραμικρή προσπάθεια εκ μέρους του. Η Σκιά του Μικρού Πρίγκιπα δεν είναι απλώς ο επισκέπτης από έναν άλλο πλανήτη. Περιφρονεί τον κόσμο των ενηλίκων, την καθημερινή ζωή και την ευθύνη, ζώντας σε αιώνια σχέδια, αλλάζοντας δουλειές και συντρόφους, φοβούμενος ότι θα παγιδευτεί από την πραγματικότητα. Η Σκιά της Νεράιδας μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα που καλεί αλλά δεν προσφέρει βάθος, υποχωρώντας στη φαντασία, χρησιμοποιώντας την «παιδικότητα» και την «ευθραυστότητά» της για να ελέγχει τους άλλους. Η επιρροή των σκιών των παιδικών αρχετύπων μπορεί να αποστραγγίσει την ενέργεια ενός ατόμου, αφήνοντάς το σε μια συνεχή αναμονή για την πραγματική ζωή, η οποία δεν έρχεται ποτέ.
Το εσωτερικό μας παιδί είναι πολύτιμη πηγή ζωντάνιας και ενέργειας. Η αγνόηση των αναγκών του, τόσο των συναισθηματικών όσο και σωματικών, εκδηλώνεται με ασθένειες, υπενθυμίζοντάς μας την ξεχασμένη πηγή. Το ενσωματωμένο παιδί δίνει στους ενήλικες την ενέργεια για θαυμασμό και αμεσότητα στην αντίληψη. Είναι αυτό το μέρος της προσωπικότητας που είναι ικανό να βλέπει συγχρονισμό και ταβμυστηριώδη σημάδια στον κόσμο. Η αναγνώριση των αναγκών του εσωτερικού παιδιού είναι το κλειδί για την αληθινή οικειότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν σταματάμε να περιμένουμε από τον σύντροφό μας να είναι ο «τέλειος γονέας» και αρχίζουμε να καλλιεργούμε τον δικό μας εσωτερικό κόσμο, οι σχέσεις μετατρέπονται από αλληλεξάρτηση σε μια συνειδητή ένωση των δύο ώριμων ατόμων.

Ο έφηβος και η γέννηση της Περσόνας.
Η πορεία προς την ωριμότητα συνεχίζεται μέσα από τα ταραγμένα νερά της εφηβείας, η οποία ξεκινά μεταξύ των 9 και 12 χρονών και συνεχίζεται μέχρι την ηλικία των 20. Αυτό είναι το στάδιο της επώδυνης διαδικασίας του διαχωρισμού από τους γονείς και βίωμα της ψυχολογικής γέννησης. Εδώ συμβαίνει η «κοινωνική μύηση» και ξεκινά να αναδύεται η Περσόνα, η κοινωνική θωράκιση για την είσοδο στον κόσμο. Οι έφηβοι τείνουν να ταυτίζονται απόλυτα με τον ρόλο τους – πανκ, χίπης, ροκ, γελωτοποιός, αριστούχος μαθήτρια, διανοούμενη. Εδώ η Περσόνα μπορεί να γίνει υπερβολικά ισχυρή και οι ρόλοι της μπορούν συχνά να αλλάζουν. Σε αυτό το στάδιο, φουντώνει μια έντονη αίσθηση ιδιαιτερότητας . Η εφηβική «ιδιαιτερότητα» δεν είναι ακόμη η αληθινή μοναδικότητα της ώριμης προσωπικότητας, αλλά μάλλον μια απεγνωσμένη προσπάθεια του Εγώ να επιβληθεί, συχνά μέσω αντίθεσης στους άλλους. Εδώ αρχίζουν οι προβολές μεγάλης κλίμακας που φέρουν διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, οι προβολές παρέχουν ένα μεθυστικό συναίσθημα εξαιρετικότητας που προκύπτει από τη σχέση με το αντίθετο φύλο. Από την άλλη, γίνονται εργαλείο άμυνας. Απρόθυμος να αναγνωρίσει τη σκοτεινή του πλευρά, ο έφηβος αρχίζει να κατηγορεί τους άλλους για τα προβλήματά του, μεταθέτοντας σε αυτούς την ευθύνη για την εσωτερική και εξωτερική του καταιγίδα.
Για τα αγόρια, το αρχέτυπο του Ήρωα γίνεται πρωταρχική δύναμη και αυτή τη φορά αυτός εμπλέκεται σε μια πραγματική μάχη με τον «δράκο» για να ξεπεράσει την γονική καταπίεση. Η εφηβική επιθετικότητα, η εξέγερση και η υποτίμηση των γονέων είναι τα όπλα του Ήρωα που είναι απαραίτητα για να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τη μητέρα του. Πρέπει να εγκαταλείψει τη «σπηλιά» της παιδικής ηλικίας και να βρει την Περσόνα του στον ανδρικό κόσμο. Η αναπτυσσόμενη Άνιμα του, ωστόσο, συνδέεται ακόμα με το αρχέτυπο της Μητέρας, μια πρώιμη και πρωτόγονη εικόνα θηλυκότητας που διαμορφώνεται από την επιρροή της μαμάς και συλλογικών εννοιών φροντίδας, ασφάλειας και άνευ όρων αγάπης. Το εσωτερικό αρχέτυπο της Εύας προβάλλεται στις συνομήλικες και ο πρώτος έρωτας μέσω του οποίου αγόρι αρχίζει να κατανοεί τις αισθησιακές του εκδηλώσεις, έχει πάντα εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά. Αυτό δεν είναι ένα ενδιαφέρον για συγκεκριμένη κοπέλα, αλλά μια αντικατοπτρισμένη συνάντηση με την ψυχή του. Για να μετακινηθεί από την Άνιμα που εκφράζεται στη μορφή της Εύας, στην Ελένη – τη μούσα, το σύμβολο της ομορφιάς, του πάθους και της εσωτερικής δημιουργικής έμπνευσης. Εδώ το αγόρι καλείται να καταστρέψει την «ιερότητα» της Εύας. Αν δεν θα «σκοτώσει» την εξάρτησή του από το πρότυπο της μητέρας, κινδυνεύει να παραμείνει το «αγόρι της μαμάς» για πάντα.
Κατά την εφηβεία, ο Άνιμους ενός κοριτσιού αρχίζει να διαχωρίζεται από την πατρική του φιγούρα. Ξυπνάει ως δύναμη που καλείται να καταστρέψει τη συμβίωση με τη μητέρα. Ενώ προηγουμένως ηταν ταυτισμένη με τη μορφή της Εύας, καλή και υπάκουη κόρη, μετά από 12 ή 13 χρόνια, παύει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως σύμβολο αναπαραγωγής. Χρειάζεται ζωτικά την αναγνώριση της ελκυστικότητάς της από τον έξω κόσμο ή το Άνιμους για να γίνει Ωραία Ελένη, το αρχέτυπο της αισθητικής αξίας, ένα αυτάρκες αντικείμενο ομορφιάς και αισθησιασμού. Εδώ γεννιέται ο αρχέτυπος του Έρωτα στην ψυχή της. Σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης ενσαρκώνει την ενέργεια της έλξης. Απότομα οι σκληρές κρίσεις, ο κυνισμός και η πνευματική επανάσταση εμφανίζονται στη συμπεριφορά των εφήβων γυναικών. Ο Άνιμους την εμποτίζει με την ικανότητα να επιχειρηματολογεί, να υπερασπίζεται τις απόψεις της. Το κορίτσι προβάλλει τον εσωτερικό της άντρα σε είδωλα, αθλητές, ηθοποιούς, ροκ σταρ και τα «κακά αγόρια». Μέσω του θαυμασμού της, οικειοποιείται το δικαίωμα στη δύναμη και τη δράση. Η εικόνα της αρσενικής ενέργειας, η οποία μπορεί αρχικά έχει τη μορφή του Αθλητή και αργότερα του Ήρωα, τη βοηθά να επιδείξει αποφασιστικότητα, ανεξαρτησία και να επιτύχει επαγγελματικά. Αν δεν επιτευχθεί η ενσωμάτωση των ιδιοτήτων της Εύας και η μετάβαση στην Ελένη, η κοπέλα παραμένει ένα «αιώνιο κορίτσι του μπαμπά», αγνοώντας τη σεξουαλικότητά της, ανίκανη να αναγνωρίσει τη θηλυκότητα και την ομορφιά της.
Ο Εσωτερικός Έφηβος είναι η αέναη κινούμενη μηχανή μέσα μας. Η ενσωμάτωση των πτυχών του σημαίνει όχι μόνο να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να καεί και να δημιουργεί, αλλά και να βρούμε το θάρρος να ανακτήσουμε τις εσωτερικές προβολές μας. Είναι η μετάβαση από την εφηβική επιθυμία να είμαστε εξαιρετικοί και ανεπανάληπτοι σε μια βαθιά επίγνωση του αληθινού εαυτού που δεν ψάχνει άλλους για να κατηγορήσει στον εξωτερικό κόσμο. Η εύθραυστη εφηβική νοοτροπία του «είμαι καλύτερος από όλους τους άλλους» χρειάζεται να μεταμορφωθεί σε «η ζωή ρέει μέσα από μένα και είμαι υπεύθυνος για την καθαρότητα αυτής της πηγής». Έτσι, η υπερηφάνεια γίνεται αξιοπρέπεια, αυτοκυριαρχία και προσφορά. Ένας ενήλικας με μια ενσωματωμένη εφηβική Σκιά σταματά να αναθέτει στους ανθρώπους ρόλους των εσωτερικών του μορφών. Αναγνωρίζει ότι αυτό που θαυμάζει στους άλλους είναι το φως του και αυτό που μισεί είναι το σκοτάδι του.

Πρώιμη ενηλικίωση και η επέκταση της Περσόνας.
Μετά την εφηβική εξέγερση και τον σχηματισμό της κοινωνικής μάσκας ή Περσόνας, έρχεται το στάδιο που ο επιστήμονας ονόμασε «φάση ενδυνάμωσης του Εγώ» (από 20 έως 35-40 ετών). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ψυχική ενέργεια κατευθύνεται αποκλειστικά προς την εξωτερική επέκταση. Ενώ ο έφηβος δοκιμάζει διάφορους ρόλους, εδώ το άτομο επιλέγει έναν και τον καθιστά «καθοριστικό». Ο στόχος αυτού του σταδίου ανάπτυξης είναι η δημιουργία μιας σταθερής βάσης στον υλικό κόσμο. Ένας άνδρας ή μια γυναίκα πρέπει να γίνει «κάποιος» στα μάτια της κοινωνίας – ένας γονέας, ένας επαγγελματίας, ένας πολίτης.
Εδώ τα αρσενικά αρχέτυπα που βοηθούν έναν άνδρα να κατακτήσει τον κόσμο είναι ο Πολεμιστής και ο Εραστής. Επιδιώκει επιτυχία για να αποδείξει την αξία του. Η Άνιμα του εξακολουθεί να ενσαρκώνεται από την ασυνείδητη εικόνα της Ελένης. Αναζητά μια γυναίκα που θα τον εμπνέει και η ομορφιά της θα επιβεβαιώνει την αρρενωπότητά του. Η Άνιμα θεωρείται ως έπαθλο για το οποίο εκτελεί κοινωνικά κατορθώματα. Καθώς πλησιάζει τα 40, ανακαλύπτει ότι όλοι οι «δράκοι» έχουν νικηθεί, η καριέρα έχει χτιστεί, αλλά αυτό δεν του φέρνει ευτυχία. Ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσει τον Ήρωα. Οι πιο βαθύτερες δυνάμεις πρέπει να πάρουν τη θέση του. Η σκληρή κυριαρχία αντικαθίσταται από το αρχέτυπο του Λόγου – αρχής της διαφοροποίησης, της τάξης και του νοήματος που ωθεί έναν άνδρα να εξερευνήσει τους κρυμμένους μηχανισμούς της ζωής και να ξεκινήσει τη μετάβαση από Ήρωα σε Μάγο. Ο Γιούνγκ το ονόμασε ως στάδιο του Τρίκστερ που εκφράζει ένα είδος πρωτόγονης ενέργειας χωρίς τους ηθικούς φραγμούς. Είναι ο απαραίτητος «δυναμίτης» που γκρεμίζει το οικοδόμημα του Ήρωα, ώστε να μπορέσει να αναδυθεί ο Μάγος. Ο Τρίκστερ επιτρέπει στον Ήρωα να δει την ουσία και να νικήσει τους εχθρούς του όχι με το σπαθί, αλλά με λογική και διάνοια. Ωστόσο, εάν η ενσωμάτωση των ιδιοτήτων του Ήρωα και η μετάβαση σε Μάγο δεν συμβαίνει, το άτομο κολλάει στο αρχέτυπο του πολεμιστή-κατακτητή, αποφεύγοντας την απόκτηση νέων γνώσεων και τεχνολογιών, διακινδυνεύοντας να παραμείνει ένας «αιώνιος έφηβος» ή να γίνει ένας εξαντλημένος «επιτυχημένος».
Η γυναίκα βιώνει την άνθηση του αρχέτυπου της Ωραίας Ελένης και της προσωπικής γοητείας σε αυτό το στάδιο εξέλιξης. Μαθαίνει να κατανοεί την αξία της μέσω συντρόφου και κοινωνίας. Αν στην εφηβεία ήταν ιδεαλίστρια, τώρα πρέπει να ενσαρκώσει την πνευματική της ενέργεια στην ύλη. Ο Άνιμους της εκδηλώνεται ως Ήρωας-Κατακτητής προσφέροντας το θάρρος να εγκαταλείψει το σπίτι των γονιών, να ανταγωνιζέται και να πετυχαίνει σε μια πατριαρχική κοινωνία. Ο Ήρωας τη βοηθάει να διεκδικεί τη σεξουαλικότητά της και το δικαίωμα στην ατομική επιλογή. Όμως πιο κοντά στα 30, η έμφαση μετατοπίζεται και η «ομορφιά για χάρη της ομορφιάς» παύει να ικανοποιεί την ψυχή. Ξεκινά μια σταδιακή μετάβαση στο αρχέτυπο της Μαρίας που δεν αφορά απαραίτητα τη μητρότητα, αλλά μια δημιουργική παρουσία στις ζωές των άλλων. Ο Άνιμους της μεταμορφώνεται σε Καθηγητή και η γυναίκα αρχίζει να εκτιμά τη γνώση, τη λογική και το βάθος. Η λάμψη της Ελένης αντικαθίσταται από τη ζεστασιά και τη φροντίδα της Μαρίας. Δεν θέλει πλέον να «απλά να αρέσει». Πρέπει να κατανοεί τους άλλους και να υποστηρίζει το περιβάλλον της. Με τη δύναμη του αρχετυπικού Έρωτα δημιουργεί τις κοινωνικές συνδέσεις, την οικογένεια και προσαρμόζεται στην κοινωνία. Εάν δεν συμβεί η ενσωμάτωση των ιδιοτήτων της Ελένης και η μετάβαση σε αρχέτυπο της Μαρίας, συμβαίνει κάτι που ο Γιούνγκ και οι οπαδοί του περιέγραφαν ως κατάσταση της «ιδανικής γυναίκας». Όπως η ομηρική Ελένη έγινε η αφορμή ενός πολέμου χωρίς η ίδια να πολεμήσει, έτσι και η γυναίκα αυτή εγκλωβίζεται σε μια παθητικότητα, περιμένοντας να την διεκδικήσουν, να την κλέψουν ή να την σώσουν. Πρόκειται για καθήλωση στα αισθητικά και ερωτικά στρώματα του ψυχισμού που εμποδίζει την πρόσβαση στην αληθινή ωριμότητα.
Η κύρια Σκιά της πρώιμης ενηλικίωσης είναι η ίδια και για τα δύο φύλα, ειναι η «σκιά της άψυχης ζωής» ή της Περσόνας. Ότι εμποδίζει την κοινωνική επιτυχία καταστέλλεται, σχηματίζοντας μια τεράστια σκιώδη μάζα. Το άτομο προδίδει τα παράλογα ταλέντα του, τα παιδικά του όνειρα και τις γνήσιες παρορμήσεις του. Η Σκιά περιέχει αυτό που ο Γιούνγκ ονόμασε «χρυσό» ή το μοναδικό δημιουργικό δυναμικό. Κατά τη διάρκεια περιόδου επέκτασης, η αδυναμία θεωρείται εχθρός, έτσι η Σκιά συσσωρεύει φόβο, την ανάγκη για ξεκούραση, τα δάκρυα και το δικαίωμα να κάνει λάθη. Οι άνδρες συχνά καταστέλλουν την τρυφερότητά τους, θεωρώντας την ευαλωτότητα και οι γυναίκες καταστέλλουν την υγιή επιθετικότητα και τη φιλοδοξία, θεωρώντας τες μη θηλυκές. Στη Σκιά, αυτές οι τάσεις μετατρέπονται σε καταστροφικό κυνισμό και τις ψυχοσωματικές ασθένειες.
Η κρίση της μέσης ηλικίας και η φανερωμένη αλήθεια
Όταν έχουν χτιστεί τα γήινα κάστρα και οι μάσκες της Περσόνας αρχίζουν να βαραίνουν τον ψυχισμό, έρχεται η ώρα για μια εσωτερική στροφή, το δεύτερο μισό της ζωής (περίπου από 40 έως 50 έτη), όταν το Εγώ αχίζει να αντιμετωπίζει τους δικούς του περιορισμούς. Η κρίση της μέσης ηλικίας δεν είναι απλώς μια «δύσκολη περίοδος», αλλά μια ψυχολογική αναδιάρθρωση συγκρίσιμη με την εφηβεία. «Αυτό που αναζητά ένα νεαρό άτομο έξω, ο άθρωπος της μέσης ηλικίας πρέπει να ανακαλύψει μέσα του», έλεγε ο Γιούνγκ. Σε αυτή την υλικία, «ο ήλιος περνάει το ζενίθ του» και αρχίζει να φωτίζει πτυχές του εσωτερικού κόσμου που προηγουμένως παρέμεναν στη σκιά. Οι παλιοί θεοί – η επιτυχία, η αναγνώριση και η εξωτερική ομορφιά, παύουν να διαποτίζουν την ψυχή. Ο Εαυτός αρχίζει συνεχώς να υπενθυμίζει στον άνθρωπο να γίνει αυτό που πραγματικά είναι, όχι αυτό που η κοινωνία επιθυμεί να είναι. Η ενέργεια της λίμπιντο στρέφεται από τον εξωτερικό κόσμο προς τα μέσα. Ξεκινάει η αναζήτηση όχι της «επιτυχίας», αλλά για του «νοήματος». Οι μορφές της Ελένης και του Ήρωα καταρρέουν, αποκαλύπτοντας ένα κενό που δεν μπορεί να γεμίσει με την ύλη. Έρχεται η ώρα που η ψυχή απαιτεί τον απολογισμό για το ταξίδι που έχει κάνει.
Για να αποφύγει να υποκύψει στο βάρος της κρίσης, ο άνδρας στρέφεται στον εσωτερικό του κόσμο. Σε αυτό το στάδιο, αρχίζει να εξερευνά τους κρυμμένους νόμους του ψυχισμού του και να εργάζεται με τη Σκιά. Το αρχέτυπο του Μάγου ωριμάζει και μετακινείται από την κατάσταση του «ενεργώ» στην κατάσταση του «γνωρίζω». Ο Μάγος βοηθά τον άνθρωπο να «ανοίξει την καρδιά του» και να επιτρέψει στον Έρωτα και τα συναισθήματα να εισέλθουν, μεταμορφώνοντας τον ψυχρό Λόγο της διάνοιας από το πρώτο μισό της ζωής σε ζωντανή σοφία. Έχοντας κατανοήσει τα βάθη του Μάγου, ο άνδρας κάνει τη μετάβαση από την Άνιμα με τη μορφή της Μαρίας – φύλακα της εστίας, στo αρχέτυπο της Θείας Σοφίας μέσω οποίας λαμβάνει νοήματα άσχετα με την καριέρα και το κέρδος. Η Σοφία του ανοίγει τον κόσμο της συγχρονικότητας, την πραγματικότητα του Unus Mundus, τις συνειδητοποιήσεις που βιώνονται ως διανοητική και διαισθητική διαύγεια. Εδώ κερδίζεται το δικαίωμα να είναι ο Βασιλιάς που προσφέρει τη γνήσια φροντίδα στο «βασίλειό» του, συνδυάζοντας τη σταθερότητα με τη γενναιοδωρία, η αμεροληψία με τη συμπόνια. Το αρχέτυπο του Βασιλιά συμπεριλαμβάνει τις ποιότητες όλων των αρχετύπων, η δύναμη του Μάγου, η πειθαρχία του Ήρωα και η βαθιά σύνδεση με τη ζωή του Εραστή. Αν αυτές οι ιδιότητες δεν ενσωματωθούν και η μετάβαση στον Βασιλιά δεν θα συμβεί, υπάρχει ο κίνδυνος να καθήλωσης ατόμου στην κατάσταση του «αιώνιου μύστη», του «χειραγωγικού ηγέτη» ή του «τυράννου».
Για μια γυναίκα, η κρίση μέσης ηλικίας είναι η φάση του «αλχημικού μετασχηματισμού». Το κύριο καθήκον της είναι να μετατοπιστεί από το εξωτερικό και κοινωνικό στο εσωτερικό και ουσιώδες. Αν η Μαρία είναι το υψηλότερο σημείο της κοινωνικής της ολοκλήρωσης που ζει για και μέσω των άλλων, τότε σε αυτό το στάδιο αισθάνεται μια «ήσυχη απελπισία». Οι ρόλοι της Μαρίας – η προσφορά της στα παιδιά, τον σύζυγο και την κοινωνία – αρχίζουν να μοιάζουν με κλουβί. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: ποια είμαι όταν δεν είμαι για αυτούς; Έτσι, η θρεπτική ενέργεια της Μαρίας αρχίζει να ανακατευθύνεται προς τα μέσα και γεννιέται η Σοφία. Δεν είναι απλά η καλή μητέρα, η σύζυγος, η δοτική κοινωνική προσωπικότητα, αλλά η Θεία Σοφία. Μπορεί να είναι ψυχρή, αποστασιοποιημένη και τρομακτικά ειλικρινής, κερδίζοντας το δικαίωμα στη δική της αλήθεια, η οποία μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται με τα συμφέροντα της οικογένειας ή της κοινωνίας. Εδώ συμβαίνει μια μετατόπιση από την αγάπη – φροντίδα στην αγάπη – όραμα. Εκεί που οι άλλοι πανικοβάλλονται, εκείνη βλέπει μοτίβα. Οι άνθρωποι γύρω της αισθάνονται ότι τους ανντιλαμβάνονται και η ανάπτυξή τους συμβαίνει αυθόρμητα. Το Άνιμους με τη μορφή του Καθηγητή σιωπά, καθώς οι κανόνες του δεν ισχύουν πλέον και αναδύεται ο αρχετυπικός Ερμής – οδηγός της ψυχής. Συνδέει τη γυναικεία συνείδηση με το ασυνείδητο και την πραγματικότητα του Unus Mundus. Την ανοίγει τη σαφήνεια της κρίσης και δομεί τις διαισθητικές γνώσεις, εμποδίζοντάς τες να εκφυλιστούν σε χαοτικό παραλήρημα ή «εσωτερική ομίχλη». Ο Έρωτας παύει να είναι απλώς μια σεξουαλική έλξη και αναγνωρίζεται ως βαθιά αίσθηση της οικεότητας. Εδώ αποκτάται η ικανότητα για μη εγωκεντρική αγάπη και συμπόνια για τον κόσμο. Αρχίζει να αναπτύσσεται η ικανότητα για άνευ όρων Αγάπη.
Όταν γυναίκα δεν καταφέρει να βρει το νόημα μέσα της, αρχίζει να το αναζητά μανιωδώς εξωτερικά, στην υπερπροστατευτικότητα των παιδιών της, του συντρόφου και των άλλων. Γίνεται εμμονική με τον Άνιμους του Καθηγητή, διαφωνώντας συνεχώς, επικριτική και δογματιστική.
Στο δεύτερο μισό της ζωής, η Σκιά παύει να είναι απλώς μια συλλογή αρνητικών ιδιοτήτων και εμφανίζεται ως ενέργεια της «μη βιωμένης ζωής ». Ο Γιούνγκ ονόμασε αυτό το ψυχικό φαινόμενο ως συνάντηση με τον σωσία (doppelgänger) και είναι ένα από τα πιο ισχυρά και ταυτόχρονα τρομακτικά σύμβολα στη διαδρομή προς την Ολότητα. Στην ψυχολογία, αυτό δεν αποτελεί μια εξωτερική σύμπτωση, αλλά μια βαθιά εσωτερική αποκάλυψη. Ο σωσίας είναι συχνά η προσωποποίηση της Σκιάς. Είναι όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουμε απορρίψει ή καταπιέσει για να χτίσουμε την κοινωνική μας Περσόνα. Άνδρες και γυναίκες αρχίζουν να ζηλεύουν βαθιά τη νεότητα. Η Σκιά προβάλλεται σε εκείνους που έχουν ακόμα όλη τη ζωή μπροστά, σε εκείνους που μπορούν ακόμα να επιλέξουν. Αυτό οδηγεί σε οπισθοδρόμηση, σε προσπάθειες επιστροφής στο στάδιο της Ελένης ή του Ήρωα μέσω εξωτερικών χαρακτηριστικών. Εμφανίζεται ένα κύμα παραλογισμού, η Σκιά του Λόγου να εκδηλώνεται ως ανεξέλεγκτη συναισθηματικότητα και η Σκιά του Έρωτα ως ψυχρότητα και υπολογισμός. Αλλά η πιο σημαντική πτυχή είναι η «χρυσή» Σκιά, η οποία κρύβει όλα τα ταλέντα και τις παρορμήσεις που είχαν αποκοπεί στα 20 για χάρη της «σοβαρής ζωής». Τώρα εμφανίζεται ως κατάθλιψη ή έντονη αίσθηση λαχτάρας για κάτι ανεκπλήρωτο. Η ενσωμάτωση σε αυτό το στάδιο δεν είναι αυτοδιόρθωση, αλλά η υιοθέτηση, αναγώριση και αγκαλιά των απορριφθέντων πτυχών του εαυτου. Είναι επίσης απαραίτητο να αναγνωρίσουμε ότι ο χρόνος είναι περιορισμένος, γεγονός που μετατρέπει τις ατελείωτες δυνατότητες σε συγκεκριμένες επιλογές, καλλιεργεί την κατανόηση της αξίας κάθε στιγμής και ενσωματώνει τη Σκιά του Θανάτου. Είναι σημαντικό να αποδεχτούμε το δικαίωμα στην κόπωση, την αδυναμία και ξεκούραση. Τελικά όταν ο άντρας ενσωματώσει την ανάγκη του για οικειότητα και συναίσθημα και η γυναίκα την ανάγκη της για κύρος και θέληση, το εσωτερικό ρήγμα κλείνει.

Η εύρεση της Ολότητας.
Αν στο τέταρτο στάδιο έχει συμβεί ο «θάνατος» των παλιών ρόλων, τότε στο πέμπτο γίνεται ανάσταση σε μια νέα ιδιότητα. Το Εγώ παύει τελικά να είναι το «κέντρο του σύμπαντος» και γίνεται πιστός υπηρέτης του Εαυτού. Το εσωτερικό και το εξωτερικό δεν βρίσκονται πλέον σε σύγκρουση. Ένα άτομο δεν «προσπαθεί» πλέον να είναι το πιο σοφό ή δυνατό. Απλώς μεταδίδει αυτές τις ιδιότητες ως φυσική κατάσταση ύπαρξης. Εδώ συμβαίνει η τελική συγχώνευση των αρσενικών και θηλυκών αρχών μέσα στην ψυχή του που Γιούνγκ ονόμασε ο “Ιερός Γάμος” από τον οποίο προκύπει η γέννηση ενός νέου ανθρώπου. Ο άνδρας βιώνει αυτό το στάδιο μέσω της ένωσης των αρχετύπων του Βασιλιά και της Σοφίας, στην οποία ανακαλύπτει την εσωτερική του θηλυκότητα, την ευαισθησία και τη διαισθητική σοφία. Οι ενσωματωμένες ανώτερες ιδιότητες του Έρωτα τον εμποτίζουν με την ενέργεια της δημιουργικής έκστασης, επιτρέποντάς του να είναι ανοιχτός και ευάλωτος, να μετακινηθεί από την ηθική του καθήκοντος στην ηθική της αγάπης. Η γυναίκα, μέσω της ένωσης της Σοφίας και του Ερμή, ανακαλύπτει την εσωτερική αρρενωπότητα, ένα οξύ αναλυτικό μυαλό και ψυχολογική ευελιξία. Οι ανώτερες ιδιότητες του Λόγου τη βοηθούν να ενσαρκώνει τις ιδέες της στην πραγματικότητα, προσδίδουν στον λόγο της μια ιδιαίτερη δύναμη, φέρνουν τη σοφία της διάκρισης και την κατανόηση ότι η αλήθεια είναι αχώριστη από την αγάπη. Σε αυτό το στάδιο της εξατομίκευσης, τα ζευγάρια φτάνουν σε ένα επίπεδο συνειδητής οικειότητας και βαθιάς σύνδεσης. Οι προβολές και οι ψευδαισθήσεις τελειώνουν, ο σύντροφος γίνεται αντιληπτός όπως πραγματικά είναι και η επικοινωνία μεταξύ των δυο γίνεται πολύ διαυγής. Σε αυτό το σημείο βιώνεται η εμπειρία της καθολικής ενότητας. Το συγκεκριμένο στάδιο ξεκινά συνήθως στην ηλικία των 50-60 ετών και μετά. Ο Γιούνγκ πίστευε ότι πριν από αυτη την ηλικία, ένα άτομο είναι πολύ απασχολημένο με βιολογικά και κοινωνικά καθήκοντα για να απευθύνει πλήρως τη συνείδησή του προς τον Εαυτό.
Στην κορυφή του Μονοπατιού, όταν το Εγώ τελικά απελευθερώνεται από τις προβολές και τις σκιές του, αφυπνίζεται μια κατάσταση που ο επιστήμονας ονόμασε «Προσωπικότητα Μάνα». Μπορεί να ακούγεται μυστηριώδες για την κοινή αντίληψη, αλλά στην πραγματικότητα, είναι το στάδιο όπου το άτομο αποκτά την εξαιρετική εσωτερική σταθερότητα και το εσωτερικό πνευματικό κύρος . Η λέξη «Μάνα» προέρχεται από αρχαίους πολιτισμούς και υποδηλώνει μια μαγική, ζωογόνο δύναμη που διαπερνά το Σύμπαν. Σε αυτό το σημείο, η Άνιμα και ο Άνιμους πρέπει να έχουν ενσωματωθεί πλήρως, τότε εσωτερική Όλοτητα επιτρέπει στον άνθρωπο να γίνει αγωγός αυτής της ενέργειας. Είναι η ενσωματωμένη Προσωπικότητα Μάνα που είναι ικανή να αντέξει το φως του Unus Mundus – το βίωμα και την συνειδητοποίηση ότι το πνεύμα και η ύλη, εσωτερικό και εξωτερικό, είναι Ένα .
Εδώ ο άντρας έρχεται σε επαφή με το αρχέτυπο του Σοφού Γέρου και η γυναίκα με τη Μεγάλη Μητέρα, φιγούρες που κατέχουν «μαγική» γνώση και τη δύναμη που ανήκει στο συλλογικό ασυνείδητο. Ο άνθτωπος αρχίζει να φαίνεται εξαιρετικός στους άλλους ή προικισμένος με προφητικό όραμα ή θεραπευτικές δυνάμεις. Αλλά ο Γιούνγκ προειδοποιούσε ότι η μη ενσωματωμένη Προσωπικότητα Μάνα είναι η τελευταία μάσκα του Εγώ, η πιο λεπτή και ύπουλη. Εάν κάποιος να ταυτιστεί με τη δύναμη που δεν του ανήκει και αρχίσει να αυτοαποκαλείται σοφός, δάσκαλος ή αφυπνισμένος, υπάρχει κίνδυνος πληθωρισμού ή υπερδιόγκωσης του Εγώ. Η πνευματική υπερηφάνεια μπορεί να εξελιχθεί σε φανατισμό, στην πεποίθηση του απόλυτου προσωπικού δικαίου και αποκλειστικότητας που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω εξατομίκευση.
Ο Γιούνγκ πίστευε ότι η διέλευση από αυτό το στάδιο και η ενσωμάτωση της Σκιάς απαιτεί ταπεινότητα και τη διάλυση της Προσωπικότητας Μάνα με διαχωρισμό του αρχέτυπου από το Εγώ. Πρέπει κανείς να σταματήσει να ταυτίζεται και με τα αρχέτυπα του Σοφού Γέρου ή της Μεγάλης Μητέρας, να συνειδητοποιήσει ότι είναι απλώς ένας αγωγός, ένα «δοχείο» για την Μάνα. Μόνο αφού αποδεχτεί κανείς τη δική του συνηθισμένη φύση, απλότητα και ανθρωπιά, σε συνδυασμό με αίσθηση χιούμορ και αυτοειρωνεία, η ενέργεια Μάνα παύει να είναι επικίνδυνη και γίνεται η δημιουργική δύναμη του Εαυτού.



