Αν έχετε παρατηρήσει ότι ξυπνάτε τελειταία χωρίς διάθεση και ξεκινάτε τη μέρα σας με δυσκολία, εκνευρίζεστε με το παραμικρό και νιώθετε ότι η ενέργειά σας τελειώνει πριν καν τελειώσει ο καφές, ότι σας πιάνουν τα παράπονα για όλα και όλους. Τότε μάλλον δεν φταίνε οι άλλοι, απλά το σώμα σας προσπαθεί, με τον δικό του επίμονο τρόπο, να σας πει: «Κοίτα με λίγο… φρόντισέ με λίγο παραπάνω, για να μπορώ κι εγώ να σε στηρίζω, να σε δυναμώνω και να σου δίνω τους πόρους που χρειάζεσαι για να ζεις ήρεμα και ευδιάθετα».
Και πράγματι, η αδιαθεσία αποτελεί ένα από τα συχνότερα σημάδια ότι το Ήπαρ έχει αρχίσει να «βαραίνει» και δυσκολεύεται να επιτελέσει σωστά τις λειτουργίες του. Όταν το όργανο υπολειτουργεί, η διάθεση και οι ορμόνες επηρεάζονται άμεσα. Ένα υποτονικό ήπαρ μπορεί να σας κάνει κυκλοθυμικούς, να σας δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν μπορείτε να συγχρονιστείτε με τη ζωή και με τους ανθρώπους γύρω σας.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή όταν το Ήπαρ δεν λειτουργεί αποτελεσματικά, αδυνατεί να διασπάσει σωστά τις τοξίνες και τις ορμόνες, καθώς και να αποθηκεύσει βιταμίνες ( (A, D, E, K, B12), ιχνοστοιχεία (σίδηρο και χαλκό) και γλυκόζη — την κύρια πηγή ενέργειας για τα μιτοχόνδρια, τα «ηλεκτρικά εργοστάσια» των κυττάρων. Το αποτέλεσμα είναι να νιώθετε ευερέθιστοι, κουρασμένοι, μπερδεμένοι και γενικά σαν να είστε… «εκτός λειτουργίας».
Μια φράση που περιγράφει εύστοχα αυτή την κατάσταση είναι το γνώριμο «δεν είμαι καλά σήμερα». Όταν κάποιος αισθάνεται τόσο άσχημα, δεν έχει διάθεση ούτε για επικοινωνία ούτε για μια ουσιαστική συζήτηση. Δεν διαθέτει τους εσωτερικούς πόρους για να προσφέρει ζεστασιά, υποστήριξη, αγκαλιές, φιλιά στους αγαπημένους του ανθρώπους.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ του Ήπατος, του νευρικού συστήματος και των ορμονών παρουσιάζει ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρον. Αν και το ίδιο το Ήπαρ παράγει σχετικά μικρή ποσότητα ορμονών (η κύρια παραγωγή τους πραγματοποιείται από τους ενδοκρινείς αδένες) και δεν συνθέτει τους νευροδιαβιβαστές, ο ρόλος του στην ψυχική και ορμονική ισορροπία είναι καθοριστικός.
Ήπαρ και Ορμόνες.
Το Ήπαρ διασπά την ομάδα των ορμονών που είναι γνωστές ως στεροειδείς:
Κορτιζόλη που ελέγχει το ανοσοποιητικό σύστημα. Η μη αποτελεσματική διάσπαση και συσσώρευση στο οργανισμό την μετατρέπει από προστατευτική ορμόνη σε ανοσοκατασταλτικη, προκαλώντας χρόνιο στρες, συχνά κρυολογήματα, ορμονικές ανισορροπίες, απώλεια ενέργειας, αϋπνία και εναπόθεση κοιλιακού λίπους. Εμφανίζεται η χρόνια φλεγμονή που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό και καρδιαγγειακό σύστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής ή εγκεφαλικού επεισοδίου.
Η Αλδοστερόνη ελέγχει την ισορροπία νατρίου, καλίου, μαγνησίου και νερού στο σώμα. Η αναποτελεσματική διάσπασή της προκαλεί σοβαρές ηλεκτρολυτικές ανισορροπίες και καρδιαγγειακά προβλήματα, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε κατακράτηση υγρών, οίδημα, μυϊκή αδυναμία, κράμπες, κυτταρίτιδα, αύξηση βάρους και υψηλή αρτηριακή πίεση.
Το Ήπαρ διασπά τις ορμόνες του φύλου που ελέγχουν τη σεξουαλική μας ζωή και το σχήμα του σώματός μας:
Η μη αποτελεσματική διάσπαση των Οιστρογόνων στις γυναίκες, μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά επίπεδα της στο σώμα. Η περίσσεια οιστρογόνων μπορεί να προκαλεί εναλλαγές της διάθεσης, αυξημένη ευερεθιστότητα, άγχος, κατάθλιψη και διαταραχές ύπνου. Nα οδηγήσει σε κατακράτηση υγρών, έντονη εμμηνορροϊκή αιμορραγία και αύξηση βάρους γύρω από τη μέση, τους γοφούς και τους γλουτούς. Να επιφέρει τις παθήσεις, όπως το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η ινοκυστική νόσο του μαστού, η ενδομητρίωση και τα ινομυώματα.
Η μη αποτελεσματική διάσπαση της ανδρική ορμόνης Τεστοστερόνης στις γυναίκες, μπορεί να οδηγήσει σε περίσσεια της στο σώμα. προκαλώντας αυξημένη ευερεθιστότητα και εναλλαγές της διάθεσης. Μπορεί να οδηγήσει σε ανωμαλίες της εμμήνου ρύσεως, υπερτρίχωση και αλωπεκία, ακμή, αντίσταση στην ινσουλίνη και αύξηση βάρους στο άνω μέρος του σώματος.
Τα Οιστρογόνα συχνά αναφέρονται ως «γυναικείες ορμόνες», παίζουν όμως σημαντικό ρόλο και στην υγεία του άνδρα. Η μη αποτελεσματική διάσπαση των Οιστρογόνων στους άνδρες σχετίζεται με αύξηση του στήθους (γυναικομαστία), καρκίνο του προστάτη, γυναικεία κατανομή του λίπους και παχυσαρκία.
Ο αναποτελεσματικός μεταβολισμός της Τεστοστερόνης στο Ήπαρ στους άνδρες οδηγεί σε συσσώρευση ορμονών, η οποία προκαλεί μια σειρά από παθολογικές καταστάσεις, όπως μειωμένη γονιμότητα, σαρκοπενία, χαμηλή λίμπιντο, σεξουαλική δυσλειτουργία, κατάθλιψη και χρόνια κόπωση.
Το Ήπαρ παίζει βασικό ρόλο στον μεταβολισμό των θυρεοειδικών ορμονών:
Επίσης, ο θυρεοειδής αδένας εκκρίνει την ορμόνη Τ4. Είναι μια ορμόνη με χαμηλή δραστηριότητα, η οποία μετατρέπεται περαιτέρω στην ορμόνη Τ3, η οποία είναι 10 φορές πιο ενεργή. Έως και το 40% της διαδικασίας μετατροπής συμβαίνει στο Ήπαρ. Η μείωση της λειτουργικής δραστηριότητας του Ήπατος μπορεί να οδηγήσει σε υποθυρεοειδισμό.
Τα χαμηλά επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών μπορεί να συμβάλλουν στην αύξηση χοληστερόλης στο αίμα, να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια, πόνους στις αρθρώσεις, γενικευμένο μυϊκό άλγος, δυσκοιλιότητα, παραισθήσεις και κλινική κατάθλιψη. Οι ηλικιωμένοι με σοβαρό υποθυρεοειδισμό μπορεί μερικές φορές να διαγνωστούν λανθασμένα με άνοια.

Ήπαρ και Ινσουλίνη.
Μετά την έκκρισή της από το Πάγκρεας, η Ιινσουλίνη φτάνει πρώτη στο Ήπαρ. Εκεί ρυθμίζεται πόση ορμόνη θα βρεθεί τελικά στην κυκλοφορία και στους ιστούς. Αν ο μηχανισμός αυτός επιβραδυνθεί, όπως συμβαίνει συχνά σε λιπώδες Ήπαρ, παχυσαρκία ή μεταβολικό στρες, η Ινσουλίνη μένει περισσότερο στο αίμα, δημιουργώντας χρόνια υπερινσουλιναιμία, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί την ινσουλινοαντίσταση. Η ινσουλινοαντίσταση δεν είναι απλώς ένα μεταβολικό ζήτημα, είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση που επηρεάζει σχεδόν τα πάντα: τη διάθεσή, το βάρος, τις ορμόνες και τον ύπνο.
Όταν τα κύτταρα μειώνουν την ευαισθησία τους στην ινσουλίνη, διαταράσσεται η φυσιολογική μεταφορά γλυκόζης προς τους ιστούς, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να λαμβάνει ασταθή ή εσφαλμένα μεταβολικά σήματα. Αυτή η δυσλειτουργία οδηγεί σε μειωμένη παραγωγή ενέργειας, απορρύθμιση νευροενδοκρινικών μηχανισμών και διαταραχή της ομοιόστασης ορμονών που σχετίζονται με το στρες, την όρεξη και τη διάθεση. Ως συνέπεια, η ψυχοσυναισθηματική σταθερότητα γίνεται πιο ευάλωτη, η διάθεση παρουσιάζει διακυμάνσεις και η συνολική αίσθηση ευεξίας επηρεάζεται σημαντικά. Πολλοί άνθρωποι με ινσουλινοαντίσταση νιώθουν κουρασμένοι, ευερέθιστοι, έχουν θολούρα σκέψης και με δυσκολία διαχειρίζονται το στρες της καθημερινότητας.
Συχνά εμφανίζεται δυσκολία απώλειας βάρους, ειδικά στην περιοχή της κοιλιάς, μαζί με απότομες πτώσεις ενέργειας μέσα στην ημέρα, κακός ύπνος ή νυχτερινές αφυπνίσεις, πονοκέφαλος. Εκδηλώνονται ορμονικές ανισορροπίες, όπως ακανόνιστος κύκλος ή PMS, ενώ σε ορισμένα άτομα παρατηρείται σκουρόχρωμο δέρμα σε πτυχές όπως ο λαιμός ή οι μασχάλες.

Ήπαρ και νευροδιαβιβαστές.
Το Ήπαρ συμμετέχει στην παραγωγή νευροδιαβιβαστών. Για να φτιαχτούν: Σεροτονίνη, Ντοπαμίνη, GABA, χρειάζονται τσ αμινοξέα και οι βιταμίνες. Τα αμινοξέα, όπως: Τρυπτοφάνη, Τυροσίνη, Γλουταμίνη και οι βιταμίνες: Β6, Β9, Β12, Β2, Β3 συν το Μαγνήσιο, ενεργοποιούνται, μεταβολίζονται ή αποθηκεύονται στο συκώτι.
Το όργανο μεταβολίζει την Τρυπτοφάνη και τη μετατρέπει σε 5-HTP, το πρόδρομο μόριο της Σεροτονίνης. Όταν το Ήπαρ υπολειτουργεί, η Τρυπτοφάνη μπορεί να «εκτραπεί» σε άλλες οδούς (π.χ. κυνουρενίνη), μειώνοντας έτσι παραγωγή της Σεροτονίνης. Η έλλειψη Σεροτονίνης συνδέεται με θλίψη, ευερεθιστότητα, χαμηλή αντοχή στο στρες, έντονο PMS, διαταραχές ύπνου και αυξημένη ανάγκη για γλυκό ή υδατάνθρακες. Πολλοί περιγράφουν μια αίσθηση «συναισθηματικής βαρύτητας» ή ότι δεν μπορούν να χαρούν πράγματα που παλιότερα τους ευχαριστούσαν.
Η Τυροσίνη μετατρέπεται σε L-DOPA και στη συνέχεια σε Ντοπαμίνη. Το Ήπαρ ρυθμίζει ένζυμα και συνένζυμα που απαιτούνται για αυτή τη μετατροπή. Η Ντοπαμίνη είναι υπεύθυνη για το κίνητρο, την ενέργεια και την ικανότητα να ξεκινάμε και να ολοκληρώνουμε πράγματα. Όταν δεν παράγεται αρκετή Ντοπαμίνη εμφανίζονται συμπτώματα όπως έλλειψη ενθουσιασμού, δυσκολία συγκέντρωσης, μειωμένη παραγωγικότητα, αναβλητικότητα και μια γενική αίσθηση ότι «δεν έχεις διάθεση να κάνεις πράγματα». Μπορεί επίσης να υπάρχει η χαμηλή λίμπιντο και η αυξημένη ανάγκη για διεγερτικά, όπως καφέ ή ζάχαρη.
Η Γλουταμίνη μετατρέπεται πρώτα σε Γλουταμινικό οξύ και στη συνέχεια σε GABA, τον βασικό ανασταλτικό νευροδιαβιβαστή του εγκεφάλου. Το Ήπαρ παίζει κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία, επειδή ρυθμίζει τον κύκλο γλουταμίνης–γλουταμινικού οξέος, ο οποίος είναι ζωτικής σημασίας για τη μεταφορά αζώτου, την αποτοξίνωση της αμμωνίας και τον μεταβολισμό των αμινοξέων. Είναι επίσης μεταβολικός μηχανισμός που εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ διεγερτικών και ανασταλτικών σημάτων στο νευρικό σύστημα. Όταν το Ήπαρ είναι επιβαρυμένο, η μετατροπή αυτών των αμινοξέων μπορεί να διαταραχθεί, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή GABA. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα υπερένταση, δυσκολία χαλάρωσης και προβλήματα ύπνου, καθώς το νευρικό σύστημα δεν λαμβάνει επαρκή ποσότητα GABA και δεν μπορεί να παράγει αρκετά «σήματα ηρεμίας». Πολλοί το περιγράφουν το φαινόμενο ως μια κατάσταση όταν είναι «νευρικοί χωρίς καμία αιτία».




