«Η συνάντηση με την Άνιμα* ή τον Άνιμους* αντιπροσωπεύει εκείνο το στάδιο ανάπτυξης προσωπικότητας που οδηγεί στην ένωση των αντιθέτων υπό τη μορφή του Ιερού Γάμου. Είναι ένα απαραίτητο βήμα προς την πραγμάτωση του Εαυτού ως κέντρου της ψυχικής μας ζωής, όπου ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ένας και αδιαίρετος.»
«Αιών» του Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ.
Οι μύθοι δεν είναι απλώς αρχαίες αφηγήσεις που έφτασαν σε εμάς από τα βάθη των αιώνων. Σε κάθε θρύλο είναι κρυπτογραφημένη η αρχετυπική δομή του εσωτερικού μας κόσμου, όπου θεοί, ήρωες και τέρατα δεν είναι εξωτερικές δυνάμεις, αλλά διαφορετικές πτυχές του ψυχισμού μας. Οι συγκρούσεις που περιγράφονται στη μυθολογία διαδραματίζονται μέσα στον καθένα μας, αντανακλώντας τα στάδια ανάπτυξης και μεταμόρφωσης της συνείδησης. Ο “Ιερός Γάμος” δεν αποτελεί μια απλή μυθολογική ένωση, αλλά τη θεμελιώδη διαδικασία εναρμόνισης των αρχέγονων δυνάμεων που διέπουν την ύπαρξη. Το “Θείο Παιδί” που προκύπτει από την ιερή σύζευξη συμβολίζει μια νέα κατάσταση του ανθρώπου: εκείνη όπου η εσωτερική σύγκρουση σταματά και το άτομο μετουσιώνεται σε έναν έμπρακτο αγγελιοφόρο του Εαυτού* μέσα στον κόσμο.
Το θέμα του “Ιερού Γάμου”, ως ύψιστου στόχου της ψυχικής ανάπτυξης, διαπνέει τη μυθολογία των διαφορετικών πολιτισμών. Στην ινδική παράδοση, η ένωση του Σίβα και της Σάκτι αποτελεί μια ζωντανή μεταφορά της ενότητας και αρμονικής αλληέπιδρασης των αντίθετων αρχών. Αν ο Σίβα είναι η καθαρή συνείδηση, ο Λόγος* που ταξινομεί και διακρίνει, τότε η Σάτι, ως ενσάρκωση της Σάκτι, είναι η ίδια η ζωή, ο ιερός Έρως*, η δημιουργική ενέργεια, η αγάπη και η ώθηση προς την ένωση. Χωρίς τη Σάκτι, ο Σίβα μετατρέπεται σε “σάβα”, στο άπνοο, αναίσθητο σώμα που υπάρχει στο κενό της δικής του τελειότητας.
Η τραγωδία της Σάτι, η οποία καίγεται στις φλόγες, ήταν ο απαραίτητος κλονισμός για τον Σίβα, ώστε μέσα από τον πόνο της απώλειας και τη συνειδητοποίηση αξίας της ζωής, να μπορέσει να βγει από την κατάσταση παθητικού διαλογισμού. Η αφύπνιση αυτή του επιτρέπει να αναζητήσει ξανά τη Σάκτι, η οποία επιστρέφει αρχικά ως πριγκίπισσα Παρβάτι και αργότερα ως κόρη του ψαρά Ματσυακάνια. Στη τελευταία της μορφή, η Θεά διδάσκει τον Σίβα ότι η ιερότητα δεν βρίσκεται στην ασκητική απομόνωση, αλλά στη δράση μέσα στον κόσμο. Μόνο αφού αναγνωρίσουν ο ένας την αξία και την ιερότητα του άλλου, επιτυγχάνουν και οι δύο την αρχέγονη ενότητά τους και την πληρότητα του Εαυτού, η οποία εκφράζεται στην ανδρόγυνη θεότητα Αρνταναρισβάρα, όπου η συνείδηση και η ενέργεια συγχωνεύονται σε απόλυτη αρμονία. Ο Γκανέσα, το παιδί αγάπης των θεών, ενσαρκώνει την αποκτηθείσα σοφία, την άρση των εμποδίων στο μονοπάτι ανάπτυξης του ανθρώπου και την ενότητα των αντιθέτων.

Στον κεντρικό μύθο της Αρχαίας Αιγύπτου για την επανένωση της Ίσιδας και του Όσιρι, αντανακλάται η πορεία της εξατομίκευσης και η αιώνια αλληλεπίδραση των αρχών. Στην αρχή του μύθου, ο Όσιρις ενσαρκώνει τον αγαθό βασιλιά, τον φωτεινό Λόγο*, την καθεστηκυία τάξη και τον νόμο. Με τον καιρό όμως, γίνεται υπερβολικά άκαμπτος, χάνοντας την επαφή με την ενστικτώδη πραγματικότητα. Ο βασιλιάς δεν αντιλαμβάνεται τη δολιότητα του αδελφού του, του Σεθ, ο οποίος τον σκοτώνει διαμελίζοντάς τον σε πολλά κομμάτια. Εδώ η θηλυκή αρχή, ο Έρως* που επιζητά την ενότητα, συλλέγει με υπομονή τα διασκορπισμένα και “νεκρωμένα” μέρη του αρσενικού Λόγου, αποκαθιστώντας την απολεσθείσα πληρότητα της ύπαρξης.
Η μυστικιστική συγχώνευση των αρχών λαμβάνει χώρα στη λεπτή γραμμή μεταξύ ζωής και θανάτου. Η Ίσιδα, μεταμορφωμένη σε γεράκι, εμφυσά ζωή στο άπνοο σώμα του συζύγου της, αφυπνίζοντάς τον από τη νάρκη της ανυπαρξίας. Ο καρπός της ένωσής τους είναι η γέννηση του θείου παιδιού Ώρου. Σε αυτή την ιερή τριάδα, ο Ώρος εμφανίζεται ως ο Εαυτός*, η ανανεωμένη, παντεπόπτης συνείδηση, στην οποία ο Λόγος και ο Έρως τελικά συμφιλιώνονται και θριαμβεύουν πάνω στο χάος.
Ο μύθος του Έρωτα και της Ψυχής, που έφτασε σε εμάς από την αρχαιότητα μέσα από τις “Μεταμορφώσεις” του Απουλήιου, δεν είναι απλώς ένα παραμύθι αγάπης, αλλά μια ιερή περιγραφή πορείας της Ψυχής από την άγνοια προς τη θειότητα. Για τη γυναίκα, αυτό το μονοπάτι περνά μέσα από τη συνειδητοποίηση του Άνιμους* ή του ίδιου Πνεύματός της ως ανώτερου Λόγου* που της χαρίζει δομή, διαύγεια και δύναμη. Για τον άνδρα, είναι η πορεία αναγνώρισης της Άνιμας* ή της ίδιας της Ψυχής του, όταν η ενστικτώδης έλξη μεταμορφώνεται σε Έρως*, το βαθύ αίσθημα αγάπης, σοφίας και της σύνδεσης με τη ζωή. Ο Ιερός Γάμος και η επαφή με τον Εαυτό* δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς την καταστροφή των ψευδαισθήσεων και τη διέλευση από σκληρές δοκιμασίες, που αφυπνίζουν και μεταμορφώνουν και τους δύο.
Σε μια υπέροχη χώρα ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν τρεις κόρες. Και οι τρεις ήταν πολύ ωραίες. Όμως η μικρότερη, η Ψυχή, ήταν πιο καλλίμορφη από τις μεγαλύτερες αδελφές και έλεγαν πως η ομορφιά της ξεπερνούσε ακόμη και αυτήν της θεάς του έρωτα, της Αφροδίτης. Η φήμη της πανέμορφης κόρης διαδόθηκε γρήγορα στις κοντινές ηπείρους και τα νησιά και πλήθη ανθρώπων κατέφθαναν από παντού για να τη δουν.
Η Αφροδίτη φθόνησε την Ψυχή και αποφάσισε να την εξοντώσει. Κάλεσε τον γιο της, τον Έρωτα, έναν εξαιρετικά θρασύ νέο, ο οποίος περιφρονώντας την κοινωνική τάξη, οπλισμένος με τα βέλη, έτρεχε τη νύχτα στα ξένα σπίτια διαλύοντας οικογένειες.
Αφού έφερε τον γιο της στην πόλη όπου ζούσε η Ψυχή, η Αφροδίτη του την έδειξε και είπε: “Πρόσεξε μην την ερωτευτείς. Χτύπα την με ένα βέλος, εμφύσησέ της πάθος για τον πιο τιποτένιο, τον πιο άσχημο από τους θνητούς, ώστε η ντροπή της να είναι αιώνια”. Και μετά από αυτά τα λόγια, η θεά χάθηκε στον αφρό της θάλασσας, αφήνοντας τον Έρωτα να εκτελέσει την οργισμένη θέληση της.
Η ομορφιά της Ψυχής έκρυβε μέσα της μια παράξενη ιδιότητα. Οι άνθρωποι τη λάτρευαν σαν άγαλμα, σαν ένα ιερό σύμβολο, αλλά κανείς δεν τολμούσε να την ποθήσει ως γυναίκα. Οι αδελφές της είχαν ήδη από καιρό παντρευτεί βασιλιάδες, ενώ η Ψυχή καθόταν στις κάμαρές της, μόνη και θλιμμένη, μισώντας την ίδια της την ομορφιά, η οποία είχε υψώσει ένα τείχος ανάμεσα σε εκείνη και τον κόσμο. Ο βασιλιάς, βλέποντας τη θλίψη της κόρης του και φοβούμενος την οργή των θεών, ζήτησε χρησμό από το μαντείο του Απόλλωνα για τη μοίρα της. Η απάντηση του μαντείου ήρθε σαν κεραυνός:
“Βασιλιά, στην κορυφή του βουνού οδήγησε την κόρη σου με νεκρικά ενδύματα,
μην περιμένεις γαμπρό σου κάποιον θνητό.
Ένας κακός, ανελέητος και άγριος δράκος της προορίζεται για σύζυγος,
που πετά με τα φτερά του στον αιθέρα, συνθλίβοντας τα πάντα με τη φλόγα του…”»








