Έλλειψη ιωδίου είναι ένα σοβαρό παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας και πιο εύκολα αποτρέψιμη αιτία διαταραχής γνωστικής ανάπτυξης στα παιδιά και γνωστικής εξασθένησης στους ενήλικες. Έλλειψη ιωδίου επηρεάζει το 72% του παγκόσμιου πληθυσμού. Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι η εξέταση ιωδίου δεν είναι ακριβής και στον κόσμο συμβαίνει «επιδημία» υποκλινικής ανεπάρκειας ιωδίου. Ο Δρ David Brouwnstein διαπίστωσε ότι το 96% από 5000 ασθενών που εξετάστηκαν είχαν αυτή τη μορφή ανεπάρκειας.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλλειψης ιωδίου: μειωμένη πρόσληψη ιωδίου, εγκυμοσύνη, ανεπάρκεια σεληνίου, περιβαλλοντική τοξικότητα, κάπνισμα, φθόριο και χλώριο που περιέχεται στο πόσιμο νερό και εμποδίζουν την αφομοίωσή του, φυτοφάρμακα, στοιχεία που βρίσκονται στα πλαστικά, βρώμιο που χρησιμοποιείται στην παρασκευή προϊόντων αλευριού, λυκίσκο που περιέχεται στην μπύρα. Οι ισοφλαβόνες σόγιας, η σιλυμαρίνη στα σταυρανθή λαχανικά και γαϊδουράγκαθο, η ρεσβερατρόλη στα σταφύλια, το κακάο και στα διάφορα άλλα μούρα, – όλα αυτά τα χρήσιμα συστατικά παρά τα οφέλη τους για την υγεία μπορούν να μπλοκάρουν την απορρόφηση ιωδίου.
Το ιώδιο είναι ένα ιχνοστοιχείο που χρειάζεται ο οργανισμός σε πολύ μικρές ποσότητες. Παρόλα αυτά, υπάρχει σε όλα τα κύτταρα του ανθρώπινου σώματος και είναι απαραίτητο για την καλή λειτουργία σχεδόν όλων οργάνων και συστημάτων. Είναι αναγκαίο για την υγεία του θυρεοειδούς αδένα, τη σωστή νεφρική και ανοσοποιητική λειτουργία, την εγκεφαλική δραστηριότητα, την ισορροπία ορμονών του φύλου, το μεταβολισμό, τη θερμορρύθμιση, ένα υγιές καρδιακό ρυθμό και τις διαδικασίες αποτοξίνωσης.

Όπως αναφέρει ο Δρ Brownstein:
«Όλοι οι αδένες του σώματος βασίζονται σε επαρκή επίπεδα ιωδίου για τη βέλτιστη λειτουργία τους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει προβλήματα στα επινεφρίδια, το θύμο αδένα, τις ωοθήκες, τον άξονα υποθαλάμου και υπόφυσης, καθώς και σε ολόκληρο το ενδοκρινικό σύστημα, όταν υπάρχει έλλειψη ιωδίου. Στην πραγματικότητα οι ωοθήκες έχουν τη δεύτερη μεγαλύτερη συγκέντρωση ιωδίου στο σώμα μετά τον θυρεοειδή αδένα. Η έλλειψη ιωδίου οδηγεί σε ανισορροπία του ορμονικού συστήματος. Είναι αδύνατο να έχουμε το ορμονικό μας σύστημα σε ισορροπία χωρίς την εξασφάλιση επαρκούς πρόσληψης ιωδίου. Μεγάλες ποσότητες ιωδίου αποθηκεύονται επίσης σε πολλές άλλες περιοχές του σώματος, συμπεριλαμβανομένων των σιελογόνων αδένων, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό και τον εγκέφαλο, τον γαστρικό βλεννογόνο, το χοριοειδές πλέγμα, το στήθος, τις ωοθήκες και το ακτινωτό σώμα του οφθαλμού. Στον εγκέφαλο, το ιώδιο επικεντρώνεται στη μέλαινα ουσία, μία περιοχή του εγκεφάλου που έχει συνδεθεί με τη νόσο του Parkinson.»
Κάθε κύτταρο του σώματος χρειάζεται ιώδιο. Το ιώδιο δεν αποθηκεύεται και αποβάλλεται με τα ούρα. Επομένως, πρέπει να λαμβάνετε επαρκής ποσότητες ιωδίου με διατροφή. Είναι πολύ πιθανό να έχετε έλλειψη ιωδίου εκτός εάν καταναλώνετε οστρακοειδή και θαλάσσια φύκια.
Σύμφωνα με τις συστάσεις του RDA (Research Community Organization), για παιδιά ηλικίας κάτω των 6 μηνών, η συνιστώμενη δόση είναι 110 μικρογραμμάρια. Για βρέφη ηλικίας 7 έως 12 μηνών, αυτό είναι 130 μικρογραμμάρια. Μεταξύ των ηλικιών 1 και 8 ετών, συνιστώνται 90 μικρογραμμάρια ιωδίου. Για ηλικίες 9 έως 13, συνιστάται 120 mcg. Για παιδιά ηλικίας 14 ετών και άνω καθώς και για ενήλικες, η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη είναι 150 μικρογραμμάρια, εκτός από τις έγκυες και τις θηλάζουσες γυναίκες. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν περίπου 220 μικρογραμμάρια ιωδίου και κατά τη διάρκεια του θηλασμού 290 μικρογραμμάρια.
Τα επίπεδα RDA μπορεί να είναι αρκετά για να αποφευχθεί η ανάπτυξη βρογχοκήλης, αλλά δεν είναι αρκετά για να λάβετε τα πλήρη οφέλη ιωδίου. Οι περισσότεροι επαγγελματίες υγείας συνιστούν τουλάχιστον διπλάσια ΣΗΠ και έως 2-3 mg ιωδίου την ημέρα για να επιτευχθούν τα επαρκή επίπεδα.
Κύριες ιδιότητες Ιωδίου.
1. Το σώμα χρησιμοποιεί το ιώδιο για αποτοξίνωση από περίσσεια των οιστρογόνων και ξενο-οιστρογόνων, τα βαρέα μέταλλα, το κάδμιο, το μόλυβδο, τον υδράργυρο, καθώς και από μη μεταλλικά ισχυρά οξειδωτικά στοιχεία, όπως φθόριο και βρώμιο. Βοηθάει στην αποτοξίνωση από τις περιβαλλοντικές, βιολογικές τοξίνες και τα μικρόβια. Μελέτες δείχνουν ότι το ιώδιο έχει αντιμυκητιακές και αντιβακτηριακές ιδιότητες και μπορεί να εξουδετερώσει το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού που σχετίζεται με γαστρίτιδα και έλκος στομάχου.
2. Εάν έχετε ανεπάρκεια ιωδίου, μπορεί να εμφανίσετε υποθυρεοειδισμό. Τα κύρια συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού περιλαμβάνουν: κόπωση, αδυναμία, υπνηλία, αργό μεταβολισμό, αύξηση βάρους, συνεχή πείνα, δυσκοιλιότητα, απώλεια μαλλιών και φρυδιών, απώλεια μνήμης και ακοής, πρήξιμο των άκρων και του προσώπου, αλλαγή φωνής, ξηρό δέρμα, κιτρίνισμα του δέρματος, μείωση της αρτηριακής πίεσης, αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις εκδηλώνονται συμπτώματα παρόμοια με εκείνα της οστεοχονδρωσίας. Για παράδειγμα, μπορεί να εμφανιστούν σπασμοί, μυϊκοί και αρθρικοί πόνοι, πονοκέφαλος.
3. Το ιώδιο μπορεί να βοηθήσει σε καταστάσεις που σχετίζονται με περίσσεια οιστρογόνων, όπως: μαστοπάθεια, ινοκυστικοί μαστοί, κύστεις ωοθηκών. Ενώ μια μελέτη του 2017 που δημοσιεύτηκε στο Journal of Cancer συνδέει τη διατροφική ανεπάρκεια ιωδίου με την αύξηση του καρκίνου του μαστού σε νεαρές γυναίκες.
4. Το ιώδιο είναι επίσης κρίσιμο για την υγεία του προστάτη στους άνδρες. Μια μελέτη του 2007 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nutrition and Cancer διαπίστωσε ότι χαμηλά επίπεδα ιωδίου στα ούρα και η νόσος του θυρεοειδούς μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκίνου του προστάτη. Μια μελέτη του 2013 που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Molecular Medicine διαπίστωσε ότι η λήψη συμπληρωμάτων ιωδίου μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της ανάπτυξης όγκου στον καρκίνο του προστάτη.
5. Μια μελέτη του 1998 που δημοσιεύτηκε στο Archived of Internal Medicine έδειξε ότι ο υποθυρεοειδισμός που σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα ιωδίου μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη εγκεφάλου του παιδιού, να οδηγήσει σε νευρογνωστικά προβλήματα στους ενήλικες, σε εξασθένηση μνήμης και διαταραχές διάθεσης.
6. Μια μελέτη του 2017 που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Immunology διαπίστωσε ότι το ιώδιο έχει ανοσοτροποποιητική επίδραση στα ανοσοποιητικά κύτταρα του αίματος, μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση των λοιμώξεων και να υποστηρίξει αναπαραγωγή των κυττάρων, να αυξήσει την αντιοξειδωτική δράση στο σώμα και να μειώσει τις ελεύθερες ρίζες.
7. Επαρκές ιώδιο μειώνει την ανάγκη για ινσουλίνη, αποτρέπει τις εξάψεις και την ακμή, βοηθά στην ομαλοποίηση των επιπέδων κορτιζόλης, έχει ισχυρή αντικαρκινική δράση.




